Με σκληρές εκφράσεις που προβληματίζουν για την πορεία της οικονομίας
Ισχυρό πλήγμα στην ελληνική κυβέρνηση και δι' αυτής στην ελληνική οικονομία κατάφερε ο ιδιοκτήτης των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά, Γαλλολιβανέζος επιχειρηματίας...
... Ισκάντα Σάφα, ο οποίος με άρθρο που υπογράφει στην γαλλική εφημερίδα Les Echos, επιτίθεται με σφοδρότητα κατά της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα.
Την κατηγορεί για υφαρπαγή του περιουσιακού του στοιχείου μετά τη μη εφαρμογή της απόφασης της διεθνούς διαιτησίας και την αδιαφορία για τους διεθνούς κανόνες, με αποτέλεσμα την απόπειρα ανατροπής της δια της προσφυγής στα ελληνικά δικαστήρια.
Ο Σάφα κατηγορεί την κυβέρνηση ότι πίσω από τις ενέργειες αυτές υποκρύπτεται η επιθυμία να πουλήσει το αποσπασθέν με πειρατικές μεθόδους περιουσιακό του στοιχείο στους Κινέζους και όλα αυτά με το βλέμμα στραμμένο στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο και τις επόμενες εκλογές!
Επιτίθεται όμως και στον «αριστερό χαρακτήρα» της κυβέρνησης, λέγοντας ουσιαστικά «τι σόι αριστερά είναι αυτή που αδιαφορεί για τους εργαζόμενους της επιχείρησης» και στο τέλος εξαπολύει «τορπίλη» η οποία δυστυχώς δεν βρίσκει την οποιαδήποτε κυβέρνηση, αλλά την ελληνική οικονομία…
Ενώ λοιδορεί εμμέσως την κυβέρνηση για τις πρόσφατες πρωθυπουργικές αναφορές ότι έχει μάθει το μάθημα των παρελθόντων ετών λέγοντας πως αρέσκεται στον λαϊκισμό, αναφέρει πως ενώ ζητείται η έλευση νέων ξένων επενδυτών, τίποτα δεν θα την εμποδίσει «να χρησιμοποιήσει τις ίδιες τακτικές και σε άλλες βιομηχανίες και άλλους επενδυτές».
Τέλος, υπενθυμίζει ότι η διαφορά βρίσκεται πλέον με δική του πρωτοβουλία ενώπιον του «διεθνούς διαιτητικού οργάνου που ανήκει στην Παγκόσμια Τράπεζα». Παρά την επεξήγηση πως πιστεύει η πλευρά του στο ισχύον διεθνές καθεστώς, η αναφορά αυτή μέσα στο κείμενο του άρθρου, μοιάζει πολύ απειλητική.
Το κείμενο
Το Ελληνικό Δημόσιο αποφάσισε να θέσει τα Ελληνικά Ναυπηγεία σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης. Ο επιχειρηματίας Ισκαντάρ Σάφα, πλειοψηφικός μέτοχος του ναυπηγείου, αντιδρά. Τις τελευταίες εβδομάδες, η κυβέρνηση Τσίπρα υφάρπαξε τα Ελληνικά Ναυπηγεία, ένα από κοσμήματα της ελληνικής ναυπηγικής βιομηχανίας, χωρίς αυτό να δημιουργεί ιδιαίτερη αντίδραση στο διεθνή Τύπο.
Ωστόσο, το ναυπηγείο ανήκει από το 2010 στο ναυπηγικό όμιλο της Privinvest, στον οποίο ανήκει και το ναυπηγείο της CMN στο Χερβούργο. Σε μια προσπάθεια νομιμοποίησης αυτής της απόφασης η οποία ελήφθη κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, η Αθήνα στηρίχθηκε στις δυσκολίες που αντιμετώπισε το ελληνικό ναυπηγείο. Για την ακρίβεια, το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι δυσκολίες οφείλονται στο γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση αρνήθηκε να ολοκληρώσει τις υπάρχουσες παραγγελίες.
Κόκκινο χαλί για την Κίνα
Πριν από την υφαρπαγή των Ελληνικών Ναυπηγείων, η Privinvest, κέρδισε τον προηγούμενο Σεπτέμβριο μια διαιτησία του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου (ICC), η οποία διέταζε την κυβέρνηση Τσίπρα να της καταβάλει 200 εκατ. ευρώ και –ειδικά- να κατασκευάσει τα τελευταία δύο υποβρύχια που είχαν παραγγελθεί. Αντί αυτού, η ελληνική κυβέρνηση, αντί να συμμορφωθεί με τους διεθνείς κανόνες, προτίμησε να στραφεί στους Έλληνες δικαστές ως έσχατη λύση.
Οι Έλληνες δικαστές επέλεξαν να τοποθετήσουν το ναυπηγείο σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης με σκοπό την πώλησή του πιθανότητα στον Κινέζικο όμιλο της Cosco, ο οποίος κατέχει ήδη το λιμάνι του Πειραιά και δέχεται φορτηγά πλοία προερχόμενα από τη Σαγκάη. Αυτό για να απαντήσουμε στους «πνευματώδεις» που θα μπορούσαν να απολαύσουν την “εθνικιστική” ή “αριστερή” στάση της ελληνικής εκτελεστικής εξουσίας.
Στην πραγματικότητα, πρόκειται για περίεργο εθνικισμό ο οποίος ξετυλίγει το κόκκινο χαλί στη νέα επιθετική στρατηγική του κινεζικού κολοσσού που ονομάζεται «οι νέοι δρόμοι του μεταξιού».
«Περίεργη αριστερά που αδιαφορεί πλήρως για τους εργαζόμενους της επιχείρησης»
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η απόφαση του διεθνούς διαιτητικού δικαστηρίου θα εξασφάλιζε ένα λαμπρό μέλλον για τους εργαζόμενους και τη διοίκηση των Ελληνικών Ναυπηγείων. Πολιτική ανωριμότητα Αυτή η έλλειψη ενδιαφέροντος για τα διαδραματιζόμενα στην Ελλάδα στο συγκεκριμένο θέμα είναι σοβαρή και ξεπερνά το ίδιο το μέλλον του ναυπηγείου που έπεσε θύμα πειρατείας από την κυβέρνηση Τσίπρα.
Τι παιχνίδι παίζει η ελληνική κυβέρνηση, που με κανένα τρόπο δεν την ταυτίζω με τις προθέσεις του ελληνικού λαού; Πρώτα απ’ όλα, ποιος είναι ο βαθμός αξιοπιστίας που μπορεί να αποδοθεί σε οικονομικό επίπεδο σε έναν εταίρο ο οποίος, παρά τις προηγούμενες συμφωνίες, επιλέγει να «αναποδογυρίσει το τραπέζι» [ανατρέψει τα συμφωνηθέντα] και να αλλάξει τους κανόνες σύμφωνα με τις ιδιοτροπίες του;
Πρόσφατα ειπώθηκε ότι η Αθήνα θέλει να επιστρέψει στις αγορές για να ζητήσει από νέους ξένους επενδυτές να αναζωογονήσουν την οικονομία της χώρας. Ειπώθηκε επίσης ότι η κυβέρνηση Τσίπρα έχει μάθει το μάθημα των παρελθόντων λαθών. Φοβάμαι πως δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Πιστεύω ότι η ελληνική κυβέρνηση αρέσκεται στον λαϊκισμό έχοντας ως πυξίδα τις επόμενες εκλογές.
Υπάρχει στην αρχαία ελληνική γραμματεία μία λέξη: ο «φαρμακός», που σημαίνει αυτός που θυσιάζεται για τα λάθη κάποιου άλλου. Αυτό το θύμα υποτίθεται ότι αναλαμβάνει όλα τα δεινά της πόλης, ως αποδιοπομπαίος τράγος. Δεν πίστευα ότι μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσαν να υπάρχουν και να ευημερούν τέτοιες αρχαϊκές συμπεριφορές.
Διότι είναι αναμφισβήτητα μεγάλη πολιτική ανωριμότητα να θεωρήσουμε ότι κάποιος μπορεί με ασφάλεια να κλέψει την ιδιοκτησία κάποιου άλλου και να την πουλήσει ως να μην έχει συμβεί τίποτα. Είναι ένας πολύ κακός τρόπος να απαρνηθούμε τις δεσμεύσεις που έγιναν, να αμφισβητήσουμε τις διεθνείς διαιτησίες που είχαμε αναλάβει να σεβαστούμε και να καταλήξουμε σε ληστείες επενδυτών που είχαν πάρει το ρίσκο να επενδύσουν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης της χώρας.
Κάποια στιγμή στο μέλλον τίποτα δε θα εμποδίσει την ελληνική κυβέρνηση να χρησιμοποιήσει τις ίδιες τακτικές και σε άλλες βιομηχανίες και άλλους επενδυτές. Φέραμε τη διαφωνία ενώπιον άλλου διεθνούς διαιτητικού οργάνου που ανήκει στην Παγκόσμια Τράπεζα διότι εξακολουθούμε να πιστεύουμε στη δύναμη του νόμου και όχι στην πειρατεία, και λίγη σημασία έχει η σημαία ευκαιρίας υπό την οποία αυτή παρουσιάζεται.
*Ο επιχειρηματίας Ισκαντάρ Σάφα είναι ο πλειοψηφικός μέτοχος των Ελληνικών Ναυπηγείων.
Ισχυρό πλήγμα στην ελληνική κυβέρνηση και δι' αυτής στην ελληνική οικονομία κατάφερε ο ιδιοκτήτης των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά, Γαλλολιβανέζος επιχειρηματίας...
... Ισκάντα Σάφα, ο οποίος με άρθρο που υπογράφει στην γαλλική εφημερίδα Les Echos, επιτίθεται με σφοδρότητα κατά της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα.
Την κατηγορεί για υφαρπαγή του περιουσιακού του στοιχείου μετά τη μη εφαρμογή της απόφασης της διεθνούς διαιτησίας και την αδιαφορία για τους διεθνούς κανόνες, με αποτέλεσμα την απόπειρα ανατροπής της δια της προσφυγής στα ελληνικά δικαστήρια.
Ο Σάφα κατηγορεί την κυβέρνηση ότι πίσω από τις ενέργειες αυτές υποκρύπτεται η επιθυμία να πουλήσει το αποσπασθέν με πειρατικές μεθόδους περιουσιακό του στοιχείο στους Κινέζους και όλα αυτά με το βλέμμα στραμμένο στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο και τις επόμενες εκλογές!
Επιτίθεται όμως και στον «αριστερό χαρακτήρα» της κυβέρνησης, λέγοντας ουσιαστικά «τι σόι αριστερά είναι αυτή που αδιαφορεί για τους εργαζόμενους της επιχείρησης» και στο τέλος εξαπολύει «τορπίλη» η οποία δυστυχώς δεν βρίσκει την οποιαδήποτε κυβέρνηση, αλλά την ελληνική οικονομία…
Ενώ λοιδορεί εμμέσως την κυβέρνηση για τις πρόσφατες πρωθυπουργικές αναφορές ότι έχει μάθει το μάθημα των παρελθόντων ετών λέγοντας πως αρέσκεται στον λαϊκισμό, αναφέρει πως ενώ ζητείται η έλευση νέων ξένων επενδυτών, τίποτα δεν θα την εμποδίσει «να χρησιμοποιήσει τις ίδιες τακτικές και σε άλλες βιομηχανίες και άλλους επενδυτές».
Τέλος, υπενθυμίζει ότι η διαφορά βρίσκεται πλέον με δική του πρωτοβουλία ενώπιον του «διεθνούς διαιτητικού οργάνου που ανήκει στην Παγκόσμια Τράπεζα». Παρά την επεξήγηση πως πιστεύει η πλευρά του στο ισχύον διεθνές καθεστώς, η αναφορά αυτή μέσα στο κείμενο του άρθρου, μοιάζει πολύ απειλητική.
Το κείμενο
Το Ελληνικό Δημόσιο αποφάσισε να θέσει τα Ελληνικά Ναυπηγεία σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης. Ο επιχειρηματίας Ισκαντάρ Σάφα, πλειοψηφικός μέτοχος του ναυπηγείου, αντιδρά. Τις τελευταίες εβδομάδες, η κυβέρνηση Τσίπρα υφάρπαξε τα Ελληνικά Ναυπηγεία, ένα από κοσμήματα της ελληνικής ναυπηγικής βιομηχανίας, χωρίς αυτό να δημιουργεί ιδιαίτερη αντίδραση στο διεθνή Τύπο.
Ωστόσο, το ναυπηγείο ανήκει από το 2010 στο ναυπηγικό όμιλο της Privinvest, στον οποίο ανήκει και το ναυπηγείο της CMN στο Χερβούργο. Σε μια προσπάθεια νομιμοποίησης αυτής της απόφασης η οποία ελήφθη κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, η Αθήνα στηρίχθηκε στις δυσκολίες που αντιμετώπισε το ελληνικό ναυπηγείο. Για την ακρίβεια, το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι δυσκολίες οφείλονται στο γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση αρνήθηκε να ολοκληρώσει τις υπάρχουσες παραγγελίες.
Κόκκινο χαλί για την Κίνα
Πριν από την υφαρπαγή των Ελληνικών Ναυπηγείων, η Privinvest, κέρδισε τον προηγούμενο Σεπτέμβριο μια διαιτησία του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου (ICC), η οποία διέταζε την κυβέρνηση Τσίπρα να της καταβάλει 200 εκατ. ευρώ και –ειδικά- να κατασκευάσει τα τελευταία δύο υποβρύχια που είχαν παραγγελθεί. Αντί αυτού, η ελληνική κυβέρνηση, αντί να συμμορφωθεί με τους διεθνείς κανόνες, προτίμησε να στραφεί στους Έλληνες δικαστές ως έσχατη λύση.
Οι Έλληνες δικαστές επέλεξαν να τοποθετήσουν το ναυπηγείο σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης με σκοπό την πώλησή του πιθανότητα στον Κινέζικο όμιλο της Cosco, ο οποίος κατέχει ήδη το λιμάνι του Πειραιά και δέχεται φορτηγά πλοία προερχόμενα από τη Σαγκάη. Αυτό για να απαντήσουμε στους «πνευματώδεις» που θα μπορούσαν να απολαύσουν την “εθνικιστική” ή “αριστερή” στάση της ελληνικής εκτελεστικής εξουσίας.
Στην πραγματικότητα, πρόκειται για περίεργο εθνικισμό ο οποίος ξετυλίγει το κόκκινο χαλί στη νέα επιθετική στρατηγική του κινεζικού κολοσσού που ονομάζεται «οι νέοι δρόμοι του μεταξιού».
«Περίεργη αριστερά που αδιαφορεί πλήρως για τους εργαζόμενους της επιχείρησης»
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η απόφαση του διεθνούς διαιτητικού δικαστηρίου θα εξασφάλιζε ένα λαμπρό μέλλον για τους εργαζόμενους και τη διοίκηση των Ελληνικών Ναυπηγείων. Πολιτική ανωριμότητα Αυτή η έλλειψη ενδιαφέροντος για τα διαδραματιζόμενα στην Ελλάδα στο συγκεκριμένο θέμα είναι σοβαρή και ξεπερνά το ίδιο το μέλλον του ναυπηγείου που έπεσε θύμα πειρατείας από την κυβέρνηση Τσίπρα.
Τι παιχνίδι παίζει η ελληνική κυβέρνηση, που με κανένα τρόπο δεν την ταυτίζω με τις προθέσεις του ελληνικού λαού; Πρώτα απ’ όλα, ποιος είναι ο βαθμός αξιοπιστίας που μπορεί να αποδοθεί σε οικονομικό επίπεδο σε έναν εταίρο ο οποίος, παρά τις προηγούμενες συμφωνίες, επιλέγει να «αναποδογυρίσει το τραπέζι» [ανατρέψει τα συμφωνηθέντα] και να αλλάξει τους κανόνες σύμφωνα με τις ιδιοτροπίες του;
Πρόσφατα ειπώθηκε ότι η Αθήνα θέλει να επιστρέψει στις αγορές για να ζητήσει από νέους ξένους επενδυτές να αναζωογονήσουν την οικονομία της χώρας. Ειπώθηκε επίσης ότι η κυβέρνηση Τσίπρα έχει μάθει το μάθημα των παρελθόντων λαθών. Φοβάμαι πως δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Πιστεύω ότι η ελληνική κυβέρνηση αρέσκεται στον λαϊκισμό έχοντας ως πυξίδα τις επόμενες εκλογές.
Υπάρχει στην αρχαία ελληνική γραμματεία μία λέξη: ο «φαρμακός», που σημαίνει αυτός που θυσιάζεται για τα λάθη κάποιου άλλου. Αυτό το θύμα υποτίθεται ότι αναλαμβάνει όλα τα δεινά της πόλης, ως αποδιοπομπαίος τράγος. Δεν πίστευα ότι μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσαν να υπάρχουν και να ευημερούν τέτοιες αρχαϊκές συμπεριφορές.
Διότι είναι αναμφισβήτητα μεγάλη πολιτική ανωριμότητα να θεωρήσουμε ότι κάποιος μπορεί με ασφάλεια να κλέψει την ιδιοκτησία κάποιου άλλου και να την πουλήσει ως να μην έχει συμβεί τίποτα. Είναι ένας πολύ κακός τρόπος να απαρνηθούμε τις δεσμεύσεις που έγιναν, να αμφισβητήσουμε τις διεθνείς διαιτησίες που είχαμε αναλάβει να σεβαστούμε και να καταλήξουμε σε ληστείες επενδυτών που είχαν πάρει το ρίσκο να επενδύσουν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης της χώρας.
Κάποια στιγμή στο μέλλον τίποτα δε θα εμποδίσει την ελληνική κυβέρνηση να χρησιμοποιήσει τις ίδιες τακτικές και σε άλλες βιομηχανίες και άλλους επενδυτές. Φέραμε τη διαφωνία ενώπιον άλλου διεθνούς διαιτητικού οργάνου που ανήκει στην Παγκόσμια Τράπεζα διότι εξακολουθούμε να πιστεύουμε στη δύναμη του νόμου και όχι στην πειρατεία, και λίγη σημασία έχει η σημαία ευκαιρίας υπό την οποία αυτή παρουσιάζεται.
*Ο επιχειρηματίας Ισκαντάρ Σάφα είναι ο πλειοψηφικός μέτοχος των Ελληνικών Ναυπηγείων.
