Αμφιβάλλω αν υπάρχει προηγούμενο στην ελληνική Βουλή ως προς την τάση των
τελευταίων ετών ανεξαρτητοποίησης των βουλευτών, ή της μετακίνησής τους...
... σε άλλους κομματικούς μηχανισμούς.
Νομίζω πως ούτε και στα κοινοβούλια άλλων χωρών παρατηρείται αυτό το φαινόμενο, και μάλιστα στις χώρες που αντιμετωπίζουν την ίδια οικονομική δυσχέρεια μ’ εμάς.
Κατά το Σύνταγμα του 1975 -και των παλαιοτέρων- ο κυρίαρχος πολιτικός παράγοντας ήταν ο βουλευτής, προκειμένου να τονιστεί ιδιαιτέρως ο καταλυτικός του ρόλος στη διαμόρφωση της πολιτικής, και να εξαρθεί η ανεξαρτησία της βούλησής του. Ασχέτως του γεγονότος ότι αυτό δεν συνέβαινε και «το πρόβατο που έφευγε από το μαντρί το έτρωγε ο λύκος», τυπικώς τουλάχιστον ο βουλευτής κατά το Σύνταγμα απολάμβανε την ελευθερία της γνώμης του.
Στην αναθεώρηση του Συντάγματος από τον κ. Ευ. Βενιζέλο, εισήλθε σ’ αυτό ο όρος του «κόμματος», άγνωστος ως τότε. Ο βουλευτής επομένως υποβαθμίστηκε και αποτελεί πλέον τυπικώς μέλος ενός κομματικού συνόλου, αλλά και με την πάροδο λίγων ετών, το ίδιο το «σύνολο» μετατράπηκε απλώς σε άθροισμα. Με αποτέλεσμα, να πρέπει καθημερινώς να «αθροίζουν» οι αρχηγοί των κομμάτων τους βουλευτές τους, επειδή η πράξη απέδειξε πως κανείς δεν είναι βέβαιος αν το άθροισμα του μεσονυκτίου είναι το ίδιο με το άθροισμα της επομένης αυγής.
Και έπαψαν και τα σημερινά κόμματα να αποτελούν «σύνολο» και έγιναν «μάζωξη» επειδή το καθένα έχασε το κυρίαρχο στοιχείο του, που είναι η κοινή ακολουθητέα πολιτική γραμμή (δεν γράφω κοινή «ιδεολογία», επειδή αυτήν την βρίσκεις μόνον στα στελέχη του ΚΚΕ και της Χρυσής Αυγής). Ταυτοχρόνως, οι παλινωδίες των πολιτικών αρχηγών, οδηγούν τους βουλευτές σε παράκρουση, επειδή αφενός υποχρεούνται να αποκηρύξουν όσα μέχρις χθες μετά πάθους υποστήριζαν και αφετέρου να υιοθετήσουν όσα αρνούνταν με κατηγορηματικό τρόπο.
Η περίπτωση του κ. Α. Σαμαρά είναι η περισσότερο ενδεικτική, επειδή επί διετία κατέκρινε την κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου για την μνημονιακή πολιτική της, υποσχόμενος μέσω των αλλεπάλληλων «Ζαππείων» να την καταργήσει. Τώρα την ακολουθεί ενσυνειδήτως, και κατηγορεί την αντιπολίτευση, η οποία έχει αποδεχθεί μεγάλο μέρος των εξαγγελιών των «Ζαππείων».
Το ίδιο συμβαίνει και με τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ. Οι ίδιοι που ενσυνειδήτως ψήφισαν τα μνημόνια, αντικρίζοντας τώρα την δραματική πτώση -έως πιθανή εξάλειψη- του κόμματός τους θυμήθηκαν την εποχή του «ζιβάγκο» και πιστεύουν πως θα ανατρέψουν το κλίμα αρνούμενοι την εφαρμογή όσων οι ίδιοι είχαν αποδεχθεί με την ψήφο τους.
Εκεί βεβαίως που η παράκρουση βρίσκεται στα ύψη, είναι στο χώρο των ανεξάρτητων βουλευτών. Οι περισσότεροι εξ αυτών εγκατέλειψαν το κόμμα τους τασσόμενοι ενάντιοι στην ακολουθούμενη κυβερνητική πολιτική. Όμως, ο κίνδυνος να παραμείνουν εκτός Βουλής στην περίπτωση προκήρυξης έκτακτων εθνικών εκλογών, οδηγεί κάποιους -η κυβερνητική πλευρά, κάνει λόγο για την πλειοψηφία τους- να υποστηρίξουν την πολιτική που οι ίδιοι καταδικάζουν, δίνοντας ψήφο στον προτεινόμενο από την κυβέρνηση υποψήφιο Πρόεδρο, με αποτέλεσμα, όπως προσφυώς διατύπωσε ο π. υπουργός κ. Κιλτίδης, να εγκρίνουν ουσιαστικώς την πολιτική που λέγουν ότι καταδικάζουν, αφού θα συνεχίσει υπάρχουσα η κυβέρνηση βαδίζοντας στον ίδιο δρόμο.
Βεβαίως, γίνεται αντιληπτό το κίνητρο -δεν εννοώ ενδεχόμενο χρηματισμό, αφού μέχρι στιγμής καμιά απόδειξη δεν προσκομίσθηκε-, το οποίο είναι η διατήρησή τους στην εξουσία. Υπολόγισαν ένιοι εξ αυτών ότι αν γίνουν τώρα εκλογές και δεν επανεκλεγούν, θα έχουν εισοδηματική απώλεια της τάξης των 100.000 ευρώ. Και είναι δύσκολο να επανεκλεγούν, επειδή η όξυνση που θα στιγματίσει τον προεκλογικό αγώνα θα μειώσει κατά πολύ ή θα εξαφανίσει κόμματα που δεν θεωρούνται «εξουσίας».
Τέλος, οι βουλευτές των κυβερνητικών κομμάτων, αφενός θέλουν την διατήρησή τους στην εξουσία, αφετέρου γνωρίζουν τις αντιδράσεις των ψηφοφόρων τους, και ακολουθούν την παλαιοκομματική μέθοδο να εμφανίζονται ως «αντιρρησίες» στη λήψη αντιλαϊκών μέτρων, αλλά να τα ψηφίζουν στη Βουλή. Η μόνη ελπίδα επανεκλογής τους, είναι η ενδεχόμενη -έστω και μικρή- υλοποίηση των κυβερνητικών εξαγγελιών, ώστε να ισχυριστούν πως έγιναν θετικά βήματα. Μόνο, που κι αυτό είναι δύσκολο, επειδή οι δανειστές μας είναι γύπες και όχι κουτόφραγκοι και δεν δίνουν βάση στα λόγια των πολιτικών, ενώ τα έργα είναι ανύπαρκτα.
Μέσα σε τέτοιο κλίμα, πώς είναι δυνατόν να μη ζουν οι βουλευτές μας σε κλίμα παραφροσύνης; (δεν τους λυπάμαι πάντως, επειδή έχουν μεγάλο μέρος ευθύνης στην διαμορφωθείσα κατάσταση).
Ο Μακεδών
... σε άλλους κομματικούς μηχανισμούς.
Νομίζω πως ούτε και στα κοινοβούλια άλλων χωρών παρατηρείται αυτό το φαινόμενο, και μάλιστα στις χώρες που αντιμετωπίζουν την ίδια οικονομική δυσχέρεια μ’ εμάς.
Κατά το Σύνταγμα του 1975 -και των παλαιοτέρων- ο κυρίαρχος πολιτικός παράγοντας ήταν ο βουλευτής, προκειμένου να τονιστεί ιδιαιτέρως ο καταλυτικός του ρόλος στη διαμόρφωση της πολιτικής, και να εξαρθεί η ανεξαρτησία της βούλησής του. Ασχέτως του γεγονότος ότι αυτό δεν συνέβαινε και «το πρόβατο που έφευγε από το μαντρί το έτρωγε ο λύκος», τυπικώς τουλάχιστον ο βουλευτής κατά το Σύνταγμα απολάμβανε την ελευθερία της γνώμης του.
Στην αναθεώρηση του Συντάγματος από τον κ. Ευ. Βενιζέλο, εισήλθε σ’ αυτό ο όρος του «κόμματος», άγνωστος ως τότε. Ο βουλευτής επομένως υποβαθμίστηκε και αποτελεί πλέον τυπικώς μέλος ενός κομματικού συνόλου, αλλά και με την πάροδο λίγων ετών, το ίδιο το «σύνολο» μετατράπηκε απλώς σε άθροισμα. Με αποτέλεσμα, να πρέπει καθημερινώς να «αθροίζουν» οι αρχηγοί των κομμάτων τους βουλευτές τους, επειδή η πράξη απέδειξε πως κανείς δεν είναι βέβαιος αν το άθροισμα του μεσονυκτίου είναι το ίδιο με το άθροισμα της επομένης αυγής.
Και έπαψαν και τα σημερινά κόμματα να αποτελούν «σύνολο» και έγιναν «μάζωξη» επειδή το καθένα έχασε το κυρίαρχο στοιχείο του, που είναι η κοινή ακολουθητέα πολιτική γραμμή (δεν γράφω κοινή «ιδεολογία», επειδή αυτήν την βρίσκεις μόνον στα στελέχη του ΚΚΕ και της Χρυσής Αυγής). Ταυτοχρόνως, οι παλινωδίες των πολιτικών αρχηγών, οδηγούν τους βουλευτές σε παράκρουση, επειδή αφενός υποχρεούνται να αποκηρύξουν όσα μέχρις χθες μετά πάθους υποστήριζαν και αφετέρου να υιοθετήσουν όσα αρνούνταν με κατηγορηματικό τρόπο.
Η περίπτωση του κ. Α. Σαμαρά είναι η περισσότερο ενδεικτική, επειδή επί διετία κατέκρινε την κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου για την μνημονιακή πολιτική της, υποσχόμενος μέσω των αλλεπάλληλων «Ζαππείων» να την καταργήσει. Τώρα την ακολουθεί ενσυνειδήτως, και κατηγορεί την αντιπολίτευση, η οποία έχει αποδεχθεί μεγάλο μέρος των εξαγγελιών των «Ζαππείων».
Το ίδιο συμβαίνει και με τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ. Οι ίδιοι που ενσυνειδήτως ψήφισαν τα μνημόνια, αντικρίζοντας τώρα την δραματική πτώση -έως πιθανή εξάλειψη- του κόμματός τους θυμήθηκαν την εποχή του «ζιβάγκο» και πιστεύουν πως θα ανατρέψουν το κλίμα αρνούμενοι την εφαρμογή όσων οι ίδιοι είχαν αποδεχθεί με την ψήφο τους.
Εκεί βεβαίως που η παράκρουση βρίσκεται στα ύψη, είναι στο χώρο των ανεξάρτητων βουλευτών. Οι περισσότεροι εξ αυτών εγκατέλειψαν το κόμμα τους τασσόμενοι ενάντιοι στην ακολουθούμενη κυβερνητική πολιτική. Όμως, ο κίνδυνος να παραμείνουν εκτός Βουλής στην περίπτωση προκήρυξης έκτακτων εθνικών εκλογών, οδηγεί κάποιους -η κυβερνητική πλευρά, κάνει λόγο για την πλειοψηφία τους- να υποστηρίξουν την πολιτική που οι ίδιοι καταδικάζουν, δίνοντας ψήφο στον προτεινόμενο από την κυβέρνηση υποψήφιο Πρόεδρο, με αποτέλεσμα, όπως προσφυώς διατύπωσε ο π. υπουργός κ. Κιλτίδης, να εγκρίνουν ουσιαστικώς την πολιτική που λέγουν ότι καταδικάζουν, αφού θα συνεχίσει υπάρχουσα η κυβέρνηση βαδίζοντας στον ίδιο δρόμο.
Βεβαίως, γίνεται αντιληπτό το κίνητρο -δεν εννοώ ενδεχόμενο χρηματισμό, αφού μέχρι στιγμής καμιά απόδειξη δεν προσκομίσθηκε-, το οποίο είναι η διατήρησή τους στην εξουσία. Υπολόγισαν ένιοι εξ αυτών ότι αν γίνουν τώρα εκλογές και δεν επανεκλεγούν, θα έχουν εισοδηματική απώλεια της τάξης των 100.000 ευρώ. Και είναι δύσκολο να επανεκλεγούν, επειδή η όξυνση που θα στιγματίσει τον προεκλογικό αγώνα θα μειώσει κατά πολύ ή θα εξαφανίσει κόμματα που δεν θεωρούνται «εξουσίας».
Τέλος, οι βουλευτές των κυβερνητικών κομμάτων, αφενός θέλουν την διατήρησή τους στην εξουσία, αφετέρου γνωρίζουν τις αντιδράσεις των ψηφοφόρων τους, και ακολουθούν την παλαιοκομματική μέθοδο να εμφανίζονται ως «αντιρρησίες» στη λήψη αντιλαϊκών μέτρων, αλλά να τα ψηφίζουν στη Βουλή. Η μόνη ελπίδα επανεκλογής τους, είναι η ενδεχόμενη -έστω και μικρή- υλοποίηση των κυβερνητικών εξαγγελιών, ώστε να ισχυριστούν πως έγιναν θετικά βήματα. Μόνο, που κι αυτό είναι δύσκολο, επειδή οι δανειστές μας είναι γύπες και όχι κουτόφραγκοι και δεν δίνουν βάση στα λόγια των πολιτικών, ενώ τα έργα είναι ανύπαρκτα.
Μέσα σε τέτοιο κλίμα, πώς είναι δυνατόν να μη ζουν οι βουλευτές μας σε κλίμα παραφροσύνης; (δεν τους λυπάμαι πάντως, επειδή έχουν μεγάλο μέρος ευθύνης στην διαμορφωθείσα κατάσταση).
Ο Μακεδών
