Υπάρχει ως δεδομένο, ότι το πολιτικό σύστημα στη χώρα μας
δεν μπορεί με αυτήν του τη μορφή να αντεπεξέλθει στα μεγάλα προβλήματα που
καλείται να αντιμετωπίσει και ότι υπάρχει ανάγκη αλλαγής. Θα περίμενε κάποιος
να ενσκύψουν οι αρμόδιοι στο θέμα και να δούμε κάποια σημάδια προετοιμασίας,
έστω για τις μελλοντικές εξελίξεις. Όχι μόνον αυτό δεν έγινε, αλλά
τοποθετήθηκαν σε υπουργικές θέσεις πρόσωπα που...
... δοκιμάσθηκαν στο παρελθόν, χωρίς
να παρουσιάσουν κάποια επιτυχία στο έργο τους.
Θεωρώ επομένως, ότι όχι άδικα ακούγεται «πώς μπορούν να μας
σώσουν, αυτοί που μας έφεραν ως εδώ»; Θα μπορούσε να συμβεί αυτό, αν
αντιλαμβανόμασταν ότι αφενός έχουν συναισθανθεί το μέγεθος των ευθυνών τους,
αφετέρου παρουσίαζαν στα νέα καθήκοντά τους έργο και συμπεριφορά διαφορετικά
από ό,τι στο παρελθόν. Δεν το βλέπουμε.
Εκείνο όμως που πρέπει να διευκρινισθεί είναι «ποιοι μας
έφεραν έως εδώ». Ως προς τα δυο κόμματα που βρέθηκαν στις κυβερνητικές θέσεις,
δεν υπάρχει αμφιβολία για την ευθύνη τους. Ακούω όμως να απεκδύονται των
ευθυνών τους και τα κόμματα που βρίσκονταν στην αντιπολίτευση. Είναι σταθερά
επαναλαμβανόμενη η επωδός «εμείς δεν κυβερνήσαμε».
Πρόκειται για σαφή στρέβλωση της πραγματικότητας, χωρίς να
βλέπω να την αναιρούν εύστοχα οι συμπολιτευόμενοι. Και προφανώς είναι σκόπιμη η
παραπλάνηση, και ανάρμοστη προς όσους πολιτικούς φορείς υπόσχονται ότι θα
οδηγήσουν την Ελλάδα μπροστά, την ώρα που γνωρίζουν ότι σε μια ευνομούμενη
πολιτεία δεν υπάρχει κανείς, ούτε απλός πολίτης, που να μη έχει μερίδιο
ευθύνης. Άλλο πράγμα είναι, πόσο ποσοστό ευθύνης τού αναλογεί.
Τα μικρά λεγόμενα κόμματα, έχουν κατορθώσει να επιβάλλουν
απόψεις και θέσεις στους πάντα έμφοβους αστούς πολιτικούς, οι οποίοι εμπρός
στον κίνδυνο να χαρακτηριστούν «μη προοδευτικοί» ενέδιδαν -και ενδίδουν- σε
οιαδήποτε πίεση έρχεται σε κατάφωρη σύγκρουση με την ευνομία.
Τα μικρά κόμματα, επί σειρά ετών απεργάζονται την κατάλυση
ευνομούμενου κράτους, με το σύνθημα ότι νόμος δεν είναι αυτός που κατά το
πολίτευμα ορίζεται, αλλά αυτός που καθορίζει η εκάστοτε δυναμική μειοψηφία. Η
οποία φυσικά ενεργεί με τις πλάτες κάποιου κόμματος, τη συνεργεία μερίδας του
Τύπου.
Η ατιμωρησία των καταληψιών δημόσιας ή ιδιωτικής ακίνητης
περιουσίας, ναι μεν αποδίδεται σε έλλειψη της κυβέρνησης, αλλά η υποστήριξη της
παρανομίας είναι έργο της αντιπολίτευσης. Η τριτοκοσμική αθλιότητα στα σχολεία,
ιδιαίτερα στα Πανεπιστήμια, ναι μεν βαρύνει την εκάστοτε κυβέρνηση που δεν
εφαρμόζει τους νόμους, αλλά δεν είναι αμέτοχοι ευθυνών οι πρυτανικές αρχές
-«προοδευτικών» ή φοβισμένων αστών, αδιάφορο- οι οποίοι πέραν της αδιαφορίας,
συναινούν και πολλές φορές σε παράνομες ενέργειες.
Τα κόμματα της εκάστοτε αντιπολίτευσης -μικρά αι μεγάλα- έχουν
επομένως μεγάλο μερίδιο ευθύνης. Και δεν κρύβουν την ανησυχία τους σε κάθε
κυβερνητική επιτυχία. Και τούτο διότι με τις λαϊκιστικές κορώνες αυτοπαγιδεύονται.
Ο κ. Τσίπρας φερ’ ειπείν, με τον τρόπο που πολιτεύεται, αν η σημερινή κυβέρνηση
πιστωθεί με σχετική επιτυχία και δοθεί η εντύπωση ευοίωνου μέλλοντος, έχει
ζημιώσει ίσως και ανεπανόρθωτα την πολιτική του σταδιοδρομία.
Είμαστε δηλαδή αντιμέτωποι ενός πραγματικού αλλά αναίμακτου
πολέμου, όπου αυτός που θα αποτύχει δεν θα έχει πολλές πιθανότητες να επιβιώσει
πολιτικά στο μέλλον. Άρα, οι τρεις της κυβέρνησης θα κάνουν παν το δυνατόν για
να επιτύχουν, ο δε κ. Τσίπρας για να αποτύχουν (μη πει κάποιος ότι θα
τοποθετήσει πρώτα το συμφέρον της κοινωνίας και ύστερα το δικό του, διότι
προφανώς θα ζει σε άλλον πλανήτη).
Αυτή είναι η πολιτική εικόνα σήμερα. Όλοι κυβερνούν, άλλοι
εμφανώς άλλοι αφανώς, άλλοι με νομιμότητα άλλοι με την κατάλυσή της, και βέβαια
όχι με το ίδιο ποσοστό ευθύνης. Ο δε λαός, όλοι εμείς, αρκούμαστε να
παρακολουθούμε και να καλούμαστε να εκλέξουμε με τρόπο που επέβαλε το σύστημα
για να ελέγχει τους πάντες: Μεταξύ δύο κακών, αυτό που νομίζουμε ότι είναι
λιγότερο.
Ο Μακεδών
