Η Voria.gr καταγράφει τους βασικούς λόγους της φετινής πτώσης
Ο τουρισμός φέτος πηγαίνει καλά για την Ελλάδα. Για τα επώνυμα νησιά, για την Κρήτη, που από μόνη της είναι μια κατηγορία, για την Αττική.
Στη Βόρεια Ελλάδα η τουριστική εικόνα του καλοκαιριού...
... εξελίσσεται πολύ μέτρια. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός, ούτε να έχει στη διάθεσή του τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για να αντιληφθεί ότι η κίνηση από την Πιερία μέχρι τη Θράκη –με εξαίρεση κάποια σημεία της Χαλκιδικής- είναι πεσμένη. Τουλάχιστον σε σχέση με τα δύο προηγούμενα χρόνια.
Ακόμη πιο χαμηλή είναι η κατανάλωση που καταγράφεται στις τουριστικές επιχειρήσεις – κυρίως στα καταστήματα εστίασης, θαλάσσιων αξεσουάρ και αναμνηστικών, που λειτουργούν στα διάφορα θέρετρα της Μακεδονίας και της Θράκης.
Η εικόνα για τους επαγγελματίες αυτών των περιοχών γίνεται ακόμη πιο μελαγχολική αν αναλογιστεί κανείς τις προσδοκίες που δημιουργήθηκαν τα δύο τελευταία χρόνια. Πέρσι και πρόπερσι τα πράγματα πήγαν πολύ καλά –σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβολικά καλά- κι έτσι η φετινή απότομη προσγείωση είναι ακόμη πιο επώδυνη. Φυσικά για όλα υπάρχει εξήγηση, τίποτε στην αγορά δεν είναι τυχαίο. Αρκεί όσοι ενδιαφέρονται να βλέπουν καθαρά και όχι να προβλέπουν με βάση τις επιθυμίες τους.
Πώς εξηγείται, λοιπόν, η κάμψη στην τουριστική κίνηση στη Βόρεια Ελλάδα; Οι παράγοντες είναι αρκετοί:
Πρώτον, το μείγμα των πελατών που επιλέγουν τα θέρετρα της περιοχής. Πρόκειται κατά βάσιν για Βαλκάνιους –Σέρβους, Σκοπιανούς, Βούλγαρους, Ρουμάνους, Τούρκους-, οι οποίοι «κατεβαίνουν» οδικώς.
Έτσι κι αλλιώς είναι πελάτες με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες, οι οποίοι φροντίζουν να φορτώσουν τα πάντα –από τρόφιμα μέχρι σαμπρέλες- στα πορτ παγκάζ των αυτοκινήτων τους. Όπως σημειώνει ένας επαγγελματίας της εστίασης «μόνο τα παγωτά τους δεν φέρνουν κι αυτό επειδή θα λιώσουν στο δρόμο».
Δεν είναι τυχαίο ότι στις παραλίες και τους κάδους απορριμμάτων πολλά μεταλλικά κουτάκια μπύρας είναι βαλκανικής προέλευσης. Επιπροσθέτως, καμία από αυτές τις χώρες δεν εμφανίζει στην παρούσα φάση ανθηρή οικονομία, το αντίθετο συμβαίνει. Επομένως τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα για τους πολίτες τους.
Δεύτερον, η επιστροφή της Τουρκίας στον τουριστικό χάρτη της περιοχής. Η γειτονική χώρα δείχνει να ξεπερνάει στα μάτια των Βαλκάνιων –κυρίως των Ρουμάνων- τα θέματα ασφαλείας που είχε τα τελευταία χρόνια. Καθώς τα τρομοκρατικά κτυπήματα έχουν αραιώσει και η απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου του 2016 ξεμακραίνει, η ασφάλεια επανέρχεται.
Σε συνδυασμό, μάλιστα, με την μεγάλη πτώση της τουρκικής λίρας, το πακέτο που διαμορφώνεται είναι ελκυστικό. Για κάποιον Ρουμάνο που έχει στην τσέπη του Λέου, για κάποιον Βούλγαρο που πληρώνεται σε Λεβ και για κάποιους Σέρβους και Σκοπιανούς, οι οποίοι συναλλάσσονται στην καθημερινότητά τους με δηνάρια είναι προτιμότερες οι τιμές σε τούρκικες λίρες, παρά σε ευρώ.
Το δρομολόγιο των καλοκαιρινών διακοπών για όλους αυτούς είναι περίπου το ίδιο, είτε κατευθυνθούν στη Β. Ελλάδα, είτε πάρουν το δρόμο προς τα παράλια της Μικράς Ασίας. Οι ίδιοι, μάλιστα, σε σημαντικό βαθμό δεν αντιλαμβάνονται πολλές διαφορές, ίδια φύση, ίδια θάλασσα, ίδια φαγητά.
Τρίτον, η απουσία των Τούρκων. Τα τελευταία χρόνια πολλοί Τούρκοι –κυρίως από τη μεσαία τάξη- έκαναν διακοπές στη Β. Ελλάδα. Φέτος είναι ελάχιστοι, κυρίως λόγω των προβλημάτων της οικονομίας της χώρας τους και της μεγάλης αγοραστικής απώλειας της τουρκικής λίρας.
Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί πως στα θέρετρα της Βορείου Ελλάδος παραθερίζουν πολλοί Έλληνες από την ευρύτερη περιοχή. Μόνο που η χλιαρή εικόνα στην πραγματική οικονομία και –κυρίως- η αβεβαιότητα για το τι θα συμβεί μετά την 21η Αυγούστου και την έξοδο της χώρας από το 3ο Μνημόνιο «μεταφράζονται» δικαιολογημένα σε διστακτικότητα. Έτσι οι μέρες των διακοπών περιορίζονται και τα «παράπλευρά» έξοδα περικόπτονται.
Για την Ελλάδα –για όλες τις περιοχές- ο τουρισμός είναι σημαντική πηγή πλούτου. Πάντα θα είναι, αφού η χώρα μας είναι ευλογημένη –πανέμορφη και με ήπιο κλίμα. Όμως οι φυσικές ομορφιές από μόνες τους δε φτάνουν. Για κάθε περιοχή απαιτείται η διαμόρφωση και προβολή ολοκληρωμένου τουριστικού πακέτου. Κάτι που σημαίνει επενδύσεις και μάρκετινγκ, με συγκεκριμένη στόχευση τις ώριμες αγορές. Πρωτίστως της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και μακρύτερων προορισμών όπως είναι οι ΗΠΑ και ο Καναδάς.
Διότι μπορεί να Βαλκάνια να είναι κοντά και η προσέγγισή τους εύκολη –στην πραγματικότητα από την Ελλάδα δεν κάνουμε τίποτε ιδιαίτερο, οι Βαλκάνιοι έρχονται από μόνοι τους για χάρη της ζεστής θάλασσας-, αλλά για να αποκτήσουν οι γειτονικές χώρες χαρακτηριστικά ώριμων αγορών θα περάσουν χρόνια. Πολλά χρόνια.
ΥΓ. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό του οδικού τουρισμού είναι η ευελιξία. Οι ιδιόμορφες καιρικές συνθήκες το φετινό καλοκαίρι –ο Ιούνιος και ο Ιούλιος κυλούν με βροχές και μπουρίνια- αποτρέπουν κάποιον να ξεκινήσει από το Βελιγράδι, τη Σόφια, το Βουκουρέστι ή τα Σκόπια. Οι άνθρωποι έρχονται για τον ήλιο και τη θάλασσα. Αν είναι να κάθονται με μπουφάν και ζακέτες κλεισμένοι στους τέσσερις τοίχους το κάνουν και σπίτια τους. Γι’ αυτό κάποιοι –ειδικά τον Ιούνιο και στις αρχές Ιουλίου- έφτασαν στην Ελλάδα και μετά από δύο ημέρες πήραν το δρόμο της επιστροφής.
Ο τουρισμός φέτος πηγαίνει καλά για την Ελλάδα. Για τα επώνυμα νησιά, για την Κρήτη, που από μόνη της είναι μια κατηγορία, για την Αττική.
Στη Βόρεια Ελλάδα η τουριστική εικόνα του καλοκαιριού...
... εξελίσσεται πολύ μέτρια. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός, ούτε να έχει στη διάθεσή του τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για να αντιληφθεί ότι η κίνηση από την Πιερία μέχρι τη Θράκη –με εξαίρεση κάποια σημεία της Χαλκιδικής- είναι πεσμένη. Τουλάχιστον σε σχέση με τα δύο προηγούμενα χρόνια.
Ακόμη πιο χαμηλή είναι η κατανάλωση που καταγράφεται στις τουριστικές επιχειρήσεις – κυρίως στα καταστήματα εστίασης, θαλάσσιων αξεσουάρ και αναμνηστικών, που λειτουργούν στα διάφορα θέρετρα της Μακεδονίας και της Θράκης.
Η εικόνα για τους επαγγελματίες αυτών των περιοχών γίνεται ακόμη πιο μελαγχολική αν αναλογιστεί κανείς τις προσδοκίες που δημιουργήθηκαν τα δύο τελευταία χρόνια. Πέρσι και πρόπερσι τα πράγματα πήγαν πολύ καλά –σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβολικά καλά- κι έτσι η φετινή απότομη προσγείωση είναι ακόμη πιο επώδυνη. Φυσικά για όλα υπάρχει εξήγηση, τίποτε στην αγορά δεν είναι τυχαίο. Αρκεί όσοι ενδιαφέρονται να βλέπουν καθαρά και όχι να προβλέπουν με βάση τις επιθυμίες τους.
Πώς εξηγείται, λοιπόν, η κάμψη στην τουριστική κίνηση στη Βόρεια Ελλάδα; Οι παράγοντες είναι αρκετοί:
Πρώτον, το μείγμα των πελατών που επιλέγουν τα θέρετρα της περιοχής. Πρόκειται κατά βάσιν για Βαλκάνιους –Σέρβους, Σκοπιανούς, Βούλγαρους, Ρουμάνους, Τούρκους-, οι οποίοι «κατεβαίνουν» οδικώς.
Έτσι κι αλλιώς είναι πελάτες με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες, οι οποίοι φροντίζουν να φορτώσουν τα πάντα –από τρόφιμα μέχρι σαμπρέλες- στα πορτ παγκάζ των αυτοκινήτων τους. Όπως σημειώνει ένας επαγγελματίας της εστίασης «μόνο τα παγωτά τους δεν φέρνουν κι αυτό επειδή θα λιώσουν στο δρόμο».
Δεν είναι τυχαίο ότι στις παραλίες και τους κάδους απορριμμάτων πολλά μεταλλικά κουτάκια μπύρας είναι βαλκανικής προέλευσης. Επιπροσθέτως, καμία από αυτές τις χώρες δεν εμφανίζει στην παρούσα φάση ανθηρή οικονομία, το αντίθετο συμβαίνει. Επομένως τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα για τους πολίτες τους.
Δεύτερον, η επιστροφή της Τουρκίας στον τουριστικό χάρτη της περιοχής. Η γειτονική χώρα δείχνει να ξεπερνάει στα μάτια των Βαλκάνιων –κυρίως των Ρουμάνων- τα θέματα ασφαλείας που είχε τα τελευταία χρόνια. Καθώς τα τρομοκρατικά κτυπήματα έχουν αραιώσει και η απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου του 2016 ξεμακραίνει, η ασφάλεια επανέρχεται.
Σε συνδυασμό, μάλιστα, με την μεγάλη πτώση της τουρκικής λίρας, το πακέτο που διαμορφώνεται είναι ελκυστικό. Για κάποιον Ρουμάνο που έχει στην τσέπη του Λέου, για κάποιον Βούλγαρο που πληρώνεται σε Λεβ και για κάποιους Σέρβους και Σκοπιανούς, οι οποίοι συναλλάσσονται στην καθημερινότητά τους με δηνάρια είναι προτιμότερες οι τιμές σε τούρκικες λίρες, παρά σε ευρώ.
Το δρομολόγιο των καλοκαιρινών διακοπών για όλους αυτούς είναι περίπου το ίδιο, είτε κατευθυνθούν στη Β. Ελλάδα, είτε πάρουν το δρόμο προς τα παράλια της Μικράς Ασίας. Οι ίδιοι, μάλιστα, σε σημαντικό βαθμό δεν αντιλαμβάνονται πολλές διαφορές, ίδια φύση, ίδια θάλασσα, ίδια φαγητά.
Τρίτον, η απουσία των Τούρκων. Τα τελευταία χρόνια πολλοί Τούρκοι –κυρίως από τη μεσαία τάξη- έκαναν διακοπές στη Β. Ελλάδα. Φέτος είναι ελάχιστοι, κυρίως λόγω των προβλημάτων της οικονομίας της χώρας τους και της μεγάλης αγοραστικής απώλειας της τουρκικής λίρας.
Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί πως στα θέρετρα της Βορείου Ελλάδος παραθερίζουν πολλοί Έλληνες από την ευρύτερη περιοχή. Μόνο που η χλιαρή εικόνα στην πραγματική οικονομία και –κυρίως- η αβεβαιότητα για το τι θα συμβεί μετά την 21η Αυγούστου και την έξοδο της χώρας από το 3ο Μνημόνιο «μεταφράζονται» δικαιολογημένα σε διστακτικότητα. Έτσι οι μέρες των διακοπών περιορίζονται και τα «παράπλευρά» έξοδα περικόπτονται.
Για την Ελλάδα –για όλες τις περιοχές- ο τουρισμός είναι σημαντική πηγή πλούτου. Πάντα θα είναι, αφού η χώρα μας είναι ευλογημένη –πανέμορφη και με ήπιο κλίμα. Όμως οι φυσικές ομορφιές από μόνες τους δε φτάνουν. Για κάθε περιοχή απαιτείται η διαμόρφωση και προβολή ολοκληρωμένου τουριστικού πακέτου. Κάτι που σημαίνει επενδύσεις και μάρκετινγκ, με συγκεκριμένη στόχευση τις ώριμες αγορές. Πρωτίστως της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και μακρύτερων προορισμών όπως είναι οι ΗΠΑ και ο Καναδάς.
Διότι μπορεί να Βαλκάνια να είναι κοντά και η προσέγγισή τους εύκολη –στην πραγματικότητα από την Ελλάδα δεν κάνουμε τίποτε ιδιαίτερο, οι Βαλκάνιοι έρχονται από μόνοι τους για χάρη της ζεστής θάλασσας-, αλλά για να αποκτήσουν οι γειτονικές χώρες χαρακτηριστικά ώριμων αγορών θα περάσουν χρόνια. Πολλά χρόνια.
ΥΓ. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό του οδικού τουρισμού είναι η ευελιξία. Οι ιδιόμορφες καιρικές συνθήκες το φετινό καλοκαίρι –ο Ιούνιος και ο Ιούλιος κυλούν με βροχές και μπουρίνια- αποτρέπουν κάποιον να ξεκινήσει από το Βελιγράδι, τη Σόφια, το Βουκουρέστι ή τα Σκόπια. Οι άνθρωποι έρχονται για τον ήλιο και τη θάλασσα. Αν είναι να κάθονται με μπουφάν και ζακέτες κλεισμένοι στους τέσσερις τοίχους το κάνουν και σπίτια τους. Γι’ αυτό κάποιοι –ειδικά τον Ιούνιο και στις αρχές Ιουλίου- έφτασαν στην Ελλάδα και μετά από δύο ημέρες πήραν το δρόμο της επιστροφής.
