Υπάρχουν όμως αμφιβολίες για το πώς οι αγορές θα υποδεχθούν τις αποφάσεις του Eurogroup
Με τις δρομολογούμενες αποφάσεις για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους η Ελλάδα θα αποκτήσει για μια τουλάχιστον δεκαετία τις χαμηλότερες ανάγκες...
... πληρωμών για τοκοχρεολύσια μεταξύ των αναπτυγμένων οικονομιών διεθνώς.
Δηλαδή το χρέος της θα είναι εύκολα εξυπηρετήσιμο. Παράλληλα, για περισσότερο από 24 μήνες μετά την έξοδο από το Μνημόνιο η Ελλάδα δεν θα έχει πραγματική ανάγκη εξόδου στις αγορές, καθώς θα διαθέτει ένα τεράστιο ταμειακό απόθεμα για τις πληρωμές χρέους.
Παρά τις σημαντικές αυτές παραμέτρους, υπάρχουν αμφιβολίες για το πώς οι αγορές θα υποδεχθούν τις αποφάσεις του Eurogroup στις 21 Ιουνίου. Αυτό διότι η ευρωζώνη θα δώσει «ορατότητα» μόνον για το μεσοπρόθεσμο διάστημα και δεν αναμένεται να αποσαφηνίσει τα μακροπρόθεσμα μέτρα για την ελάφρυνση του χρέους, όπως άλλωστε δεν το έκανε το 2016 και το 2017.
Στη βάση αυτή διαφαίνεται πως ο λεγόμενος «γαλλικός μηχανισμός» που έχει μακροπρόθεσμη στόχευση και συνδέει την απομείωση του ελληνικού χρέους με τους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας είναι πλέον «εφεδρεία» και όχι ένα από τα βασικά μέτρα που θα ανακοινωθούν την προσεχή Πέμπτη.
Αν και πηγές της ευρωζώνης επιμένουν πως οι αποφάσεις που θα ληφθούν στο Eurogroup θα οδηγούν τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδος χαμηλότερα του 15% του ΑΕΠ έως το 2040 και χαμηλότερα του 20% του ΑΕΠ έως το 2060, διασφαλίζοντας τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, αυτό μέλλει να καταδειχθεί στην πράξη.
Ειδικά από τη στιγμή που η ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους που θα εξετάσουν οι υπουργοί της ζώνης του ευρώ θα είναι μόνον αυτή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ESM και όχι του ΔΝΤ. Το Ταμείο, το οποίο υιοθετεί απαισιόδοξες παραδοχές για τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές της Ελλάδος, ήδη από το 2016 ζητά να υπάρξει «σαφήνεια» για το σύνολο των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους, ώστε να μπορέσει να τα εντάξει στην ανάλυση του.
Αυτή η σαφήνεια όμως φαίνεται πως περιορίζεται στα έτη έως το 2030 -2035 και μετά η εικόνα για το Ταμείο «θολώνει», καθώς οι Ευρωπαίοι παρέχουν μόνον υποσχέσεις για νέες παρεμβάσεις – εφόσον χρειαστεί- και όχι απτά μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους.
Αυτή η εξέλιξη κάνει πολλούς να θεωρούν ότι το ΔΝΤ δεν θα «σφραγίσει» τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Από την πλευρά τους οι επενδυτές θέλουν οι αποπληρωμές των δανείων του επισήμου τομέα να «απλωθούν» σε μεγάλο χρονικό ορίζοντα, ώστε η Ελλάδα να μπορεί να αποπληρώνει εύκολα αυτά τα δάνεια, αλλά και τα νέα δάνεια που θα αντλεί από τις αγορές.
Εάν υπάρξουν αυτές οι επιμηκύνσεις οι επενδυτές θα θεωρήσουν πως τα δικά τους δάνεια (του ιδιωτικού τομέα) αποκτούν «προτεραιότητα» εξόφλησης έναντι των αναδιαρθρωμένων δανείων του EFSF. Εάν αυτό δεν γίνει ή γίνει μερικώς, τότε η αντίληψη των αγορών δύσκολα θα αλλάξει. Ρόλο βεβαίως σε αυτό θα έχουν οι οίκοι αξιολόγησης, οι οποίοι στο επόμενο 20ημερο θα γνωμοδοτήσουν επί των αποφάσεων του Eurogroup.
Με τις δρομολογούμενες αποφάσεις για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους η Ελλάδα θα αποκτήσει για μια τουλάχιστον δεκαετία τις χαμηλότερες ανάγκες...
... πληρωμών για τοκοχρεολύσια μεταξύ των αναπτυγμένων οικονομιών διεθνώς.
Δηλαδή το χρέος της θα είναι εύκολα εξυπηρετήσιμο. Παράλληλα, για περισσότερο από 24 μήνες μετά την έξοδο από το Μνημόνιο η Ελλάδα δεν θα έχει πραγματική ανάγκη εξόδου στις αγορές, καθώς θα διαθέτει ένα τεράστιο ταμειακό απόθεμα για τις πληρωμές χρέους.
Παρά τις σημαντικές αυτές παραμέτρους, υπάρχουν αμφιβολίες για το πώς οι αγορές θα υποδεχθούν τις αποφάσεις του Eurogroup στις 21 Ιουνίου. Αυτό διότι η ευρωζώνη θα δώσει «ορατότητα» μόνον για το μεσοπρόθεσμο διάστημα και δεν αναμένεται να αποσαφηνίσει τα μακροπρόθεσμα μέτρα για την ελάφρυνση του χρέους, όπως άλλωστε δεν το έκανε το 2016 και το 2017.
Στη βάση αυτή διαφαίνεται πως ο λεγόμενος «γαλλικός μηχανισμός» που έχει μακροπρόθεσμη στόχευση και συνδέει την απομείωση του ελληνικού χρέους με τους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας είναι πλέον «εφεδρεία» και όχι ένα από τα βασικά μέτρα που θα ανακοινωθούν την προσεχή Πέμπτη.
Αν και πηγές της ευρωζώνης επιμένουν πως οι αποφάσεις που θα ληφθούν στο Eurogroup θα οδηγούν τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδος χαμηλότερα του 15% του ΑΕΠ έως το 2040 και χαμηλότερα του 20% του ΑΕΠ έως το 2060, διασφαλίζοντας τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, αυτό μέλλει να καταδειχθεί στην πράξη.
Ειδικά από τη στιγμή που η ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους που θα εξετάσουν οι υπουργοί της ζώνης του ευρώ θα είναι μόνον αυτή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ESM και όχι του ΔΝΤ. Το Ταμείο, το οποίο υιοθετεί απαισιόδοξες παραδοχές για τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές της Ελλάδος, ήδη από το 2016 ζητά να υπάρξει «σαφήνεια» για το σύνολο των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους, ώστε να μπορέσει να τα εντάξει στην ανάλυση του.
Αυτή η σαφήνεια όμως φαίνεται πως περιορίζεται στα έτη έως το 2030 -2035 και μετά η εικόνα για το Ταμείο «θολώνει», καθώς οι Ευρωπαίοι παρέχουν μόνον υποσχέσεις για νέες παρεμβάσεις – εφόσον χρειαστεί- και όχι απτά μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους.
Αυτή η εξέλιξη κάνει πολλούς να θεωρούν ότι το ΔΝΤ δεν θα «σφραγίσει» τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Από την πλευρά τους οι επενδυτές θέλουν οι αποπληρωμές των δανείων του επισήμου τομέα να «απλωθούν» σε μεγάλο χρονικό ορίζοντα, ώστε η Ελλάδα να μπορεί να αποπληρώνει εύκολα αυτά τα δάνεια, αλλά και τα νέα δάνεια που θα αντλεί από τις αγορές.
Εάν υπάρξουν αυτές οι επιμηκύνσεις οι επενδυτές θα θεωρήσουν πως τα δικά τους δάνεια (του ιδιωτικού τομέα) αποκτούν «προτεραιότητα» εξόφλησης έναντι των αναδιαρθρωμένων δανείων του EFSF. Εάν αυτό δεν γίνει ή γίνει μερικώς, τότε η αντίληψη των αγορών δύσκολα θα αλλάξει. Ρόλο βεβαίως σε αυτό θα έχουν οι οίκοι αξιολόγησης, οι οποίοι στο επόμενο 20ημερο θα γνωμοδοτήσουν επί των αποφάσεων του Eurogroup.
