Από τη voria.gr
Πρόβλημα… προσανατολισμού αντιμετωπίζει ο εγχώριος κλάδος των βιολογικών προϊόντων, καθώς η σύνθεση του «καλαθιού» που παράγει και εμπορεύεται, συχνά δεν συμπίπτει με τις απαιτήσεις των καταναλωτών. Για παράδειγμα, ενώ η διεθνής ζήτηση οπωροκηπευτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων σημειώνει ανοδική τάση, οι Έλληνες βιοκαλλιεργητές τείνουν να δίνουν...
έμφαση σε άλλα προϊόντα.
Η αναντιστοιχία παραγωγής και ζήτησης ωστόσο, δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα που καλείται να υπερβεί ο κλάδος, ο οποίος, παρά τις εγγενείς αδυναμίες του, είναι ένας από τους λίγους που καταφέρνει ακόμη και μέσα στη δύσκολη αυτή συγκυρία για την ελληνική οικονομία, να καταγράφει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.
«Στην Ελλάδα σήμερα καλλιεργούνται περίπου 1,7 εκ. στρέμματα με βιολογικά προϊόντα. Σε σύγκριση, δηλαδή, με τις άλλες χώρες της Ευρώπης παρατηρείται μια σημαντική υστέρηση», τόνισε ο υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Γιάννης Κουτσούκος για να προσθέσει ότι η πλειονότητα αυτών των εκτάσεων βρίσκεται σε μεταβατικό κι όχι πλήρες βιολογικό στάδιο.
Μιλώντας στο πλαίσιο των εργασιών της ημερίδας που οργάνωσε χθες βράδυ στη Θεσσαλονίκη το Δίκτυο Βιολογικών Προϊόντων, με αφορμή την έκθεση Biologica, ο κ. Γιάννης Κουτσούκος προέβλεψε, επίσης, ότι αρκετοί από τους Έλληνες βιοκαλλιεργητές αναμένεται να αποχωρήσουν από τον κλάδο όταν ολοκληρωθεί η πενταετής περίοδος κατά την οποία λαμβάνουν τις οικονομικές ενισχύσεις. «Σε αυτό συμβάλλουν και δύο επιπλέον λόγοι. Αφενός οι μη ικανοποιητικές συχνά τιμές παραγωγού και αφετέρου η αβεβαιότητα διάθεσης, η έλλειψη, για παράδειγμα, μιας συμβολαιακής σχέσης μεταξύ παραγωγού και αγοραστή», ανάφερε ο υφυπουργός, συμπληρώνοντας ότι και στο επίπεδο της διάθεσης αυτών των προϊόντων, γεννάται πλέον ένα ζήτημα. Κι αυτό διότι, όπως είπε, περίπου τα μισά εξειδικευμένα καταστήματα εμπορίας βιολογικών προϊόντων έχουν βάλει λουκέτο μέσα στην τελευταία τετραετία, ενώ, από την άλλη πλευρά, το 50% της πώλησης τέτοιων τροφίμων, ελέγχεται από μόλις δύο αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Με άλλα λόγια έχουμε την εμφάνιση ολιγοψωνιακών συνθηκών».
Η ελληνική βιοκαλλιέργεια μπορεί να έχει συγκεντρώσει βαριά σύννεφα γύρω της, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν έχει δυνατότητες. «Ο κλάδος είναι εξωστρεφής. Οι εξαγωγές ισοδυναμούν με τη μισή περίπου εγχώρια κατανάλωση. Η παγκόσμια ζήτηση αυξάνεται ακόμη και σε περίοδο κρίσης και συγκεντρώνεται σε περιοχές με τις οποίες έχουμε ιδιαίτερες εμπορικές σχέσεις, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ», επισήμανε ο κ. Κουτσούκος, αλλά πρόσθεσε πως παρά τις θετικές επιδόσεις στο εξαγωγικό μέτωπο, «οι εισαγωγές, δυστυχώς, αποτελούν την πλειονότητα των όσων καταναλώνουμε, με αποτέλεσμα το εμπορικό ισοζύγιο να είναι ιδιαίτερα αρνητικό». Τα λάθη, κατά τον υφυπουργό, έχουν εντοπιστεί και η νέα αρχιτεκτονική του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κινείται προς τη διεπαγγελματική προσέγγιση, να συνομιλούν δηλαδή οι παραγωγοί με τους μεταποιητές, το εμπόριο, τους εξαγωγείς κλπ, ενώ επιπρόσθετα το 2011 ορίζεται έτος στροφής στην παραγωγή.
Στην ίδια εκδήλωση ο υπεύθυνος αγορών κατηγορίας ξηρών προϊόντων του ομίλου Μασούτη, κ. Περικλής Λαζίδης υποστήριξε ότι η βιολογική γεωργία εμφανίζει ραγδαία ανάπτυξη διεθνώς, η παγκόσμια ζήτηση παρουσιάζει αύξηση περίπου 5% ή σε αξία 5 δισ. δολάρια ετησίως, η Ευρώπη καταναλώνει περί το 54% των παγκόσμιων πωλήσεων και πως στην Ελλάδα, «ακόμη και σε αυτή τη δύσκολη οικονομική περίοδο, η κατανάλωση βιολογικών σημειώνει αύξηση». Σε ποσοστό περίπου 40%-45%, εξάλλου, οι εγχώριες πωλήσεις βιολογικών γίνεται από τα κανάλια του λιανεμπορίου, καθώς «οι πέντε μεγαλύτερες αλυσίδες σούπερ μάρκετ της χώρας, έχουν δημιουργήσει ειδικά τμήματα βιολογικών προϊόντων».
Λίγο νωρίτερα ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Green Bay ΕΠΕ, Ευθύμης Τσιμπίδης υποστήριζε πως «θα έπρεπε να είμαστε ο κήπος της Ευρώπης», λόγω των δυνατοτήτων που κρύβει η ελληνική γη κι από άποψη κλιματικών συνθηκών, όμως την ίδια στιγμή τόνιζε τη θλίψη του, διότι «όταν πηγαίνω στο εξωτερικό δεν βλέπω στα ράφια των εκεί σούπερ μάρκετ τις ελιές καλαμών, τις θρούμπες Θάσου ή πόσα άλλα προϊόντα». Στα προβλήματα που έχουν προκύψει στη βιολογική καλλιέργεια κρόκου (σαφράν) επειδή μεταξύ άλλων η ελληνική πολιτεία πλέον δεν την επιδοτεί, με συνέπεια να μειώνονται οι εκτάσεις που φυτεύονται και μαζί με αυτές και η παραγωγή του προϊόντος, αναφέρθηκε ο πρόεδρος του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού Κροκοπαραγωγών Κοζάνης, Νίκος Πατσιούρας. Θετικό μήνυμα για το μέλλον της βιολογικής καλλιέργειας εξέπεμψε τέλος ο ειδικός γραμματέας Διοικητικού Τομέα Κοινοτικών Πόρων και Υποδομών του ΥΠΑΑΤ, Ε. Διβάρης, τονίζοντας πως έχει μεγάλες προοπτικές, τόσο στο επίπεδο της κτηνοτροφίας όσο και της γεωργίας, «με την προϋπόθεση ότι θα προσέξουμε πάρα πολύ το θέμα της ποιότητας, της ασφάλειας και να μην πωλούνται συμβατικά προϊόντα για βιολογικά». Πρόσθεσε ακόμη ότι κάποια στιγμή θα πρέπει οι Έλληνες παραγωγοί να αναδείξουν και brand name προϊόντα που θα είναι αναγνωρίσιμα διεθνώς.
Πρόβλημα… προσανατολισμού αντιμετωπίζει ο εγχώριος κλάδος των βιολογικών προϊόντων, καθώς η σύνθεση του «καλαθιού» που παράγει και εμπορεύεται, συχνά δεν συμπίπτει με τις απαιτήσεις των καταναλωτών. Για παράδειγμα, ενώ η διεθνής ζήτηση οπωροκηπευτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων σημειώνει ανοδική τάση, οι Έλληνες βιοκαλλιεργητές τείνουν να δίνουν...
έμφαση σε άλλα προϊόντα.
Η αναντιστοιχία παραγωγής και ζήτησης ωστόσο, δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα που καλείται να υπερβεί ο κλάδος, ο οποίος, παρά τις εγγενείς αδυναμίες του, είναι ένας από τους λίγους που καταφέρνει ακόμη και μέσα στη δύσκολη αυτή συγκυρία για την ελληνική οικονομία, να καταγράφει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης.
«Στην Ελλάδα σήμερα καλλιεργούνται περίπου 1,7 εκ. στρέμματα με βιολογικά προϊόντα. Σε σύγκριση, δηλαδή, με τις άλλες χώρες της Ευρώπης παρατηρείται μια σημαντική υστέρηση», τόνισε ο υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Γιάννης Κουτσούκος για να προσθέσει ότι η πλειονότητα αυτών των εκτάσεων βρίσκεται σε μεταβατικό κι όχι πλήρες βιολογικό στάδιο.
Μιλώντας στο πλαίσιο των εργασιών της ημερίδας που οργάνωσε χθες βράδυ στη Θεσσαλονίκη το Δίκτυο Βιολογικών Προϊόντων, με αφορμή την έκθεση Biologica, ο κ. Γιάννης Κουτσούκος προέβλεψε, επίσης, ότι αρκετοί από τους Έλληνες βιοκαλλιεργητές αναμένεται να αποχωρήσουν από τον κλάδο όταν ολοκληρωθεί η πενταετής περίοδος κατά την οποία λαμβάνουν τις οικονομικές ενισχύσεις. «Σε αυτό συμβάλλουν και δύο επιπλέον λόγοι. Αφενός οι μη ικανοποιητικές συχνά τιμές παραγωγού και αφετέρου η αβεβαιότητα διάθεσης, η έλλειψη, για παράδειγμα, μιας συμβολαιακής σχέσης μεταξύ παραγωγού και αγοραστή», ανάφερε ο υφυπουργός, συμπληρώνοντας ότι και στο επίπεδο της διάθεσης αυτών των προϊόντων, γεννάται πλέον ένα ζήτημα. Κι αυτό διότι, όπως είπε, περίπου τα μισά εξειδικευμένα καταστήματα εμπορίας βιολογικών προϊόντων έχουν βάλει λουκέτο μέσα στην τελευταία τετραετία, ενώ, από την άλλη πλευρά, το 50% της πώλησης τέτοιων τροφίμων, ελέγχεται από μόλις δύο αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Με άλλα λόγια έχουμε την εμφάνιση ολιγοψωνιακών συνθηκών».
Η ελληνική βιοκαλλιέργεια μπορεί να έχει συγκεντρώσει βαριά σύννεφα γύρω της, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν έχει δυνατότητες. «Ο κλάδος είναι εξωστρεφής. Οι εξαγωγές ισοδυναμούν με τη μισή περίπου εγχώρια κατανάλωση. Η παγκόσμια ζήτηση αυξάνεται ακόμη και σε περίοδο κρίσης και συγκεντρώνεται σε περιοχές με τις οποίες έχουμε ιδιαίτερες εμπορικές σχέσεις, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ», επισήμανε ο κ. Κουτσούκος, αλλά πρόσθεσε πως παρά τις θετικές επιδόσεις στο εξαγωγικό μέτωπο, «οι εισαγωγές, δυστυχώς, αποτελούν την πλειονότητα των όσων καταναλώνουμε, με αποτέλεσμα το εμπορικό ισοζύγιο να είναι ιδιαίτερα αρνητικό». Τα λάθη, κατά τον υφυπουργό, έχουν εντοπιστεί και η νέα αρχιτεκτονική του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κινείται προς τη διεπαγγελματική προσέγγιση, να συνομιλούν δηλαδή οι παραγωγοί με τους μεταποιητές, το εμπόριο, τους εξαγωγείς κλπ, ενώ επιπρόσθετα το 2011 ορίζεται έτος στροφής στην παραγωγή.
Στην ίδια εκδήλωση ο υπεύθυνος αγορών κατηγορίας ξηρών προϊόντων του ομίλου Μασούτη, κ. Περικλής Λαζίδης υποστήριξε ότι η βιολογική γεωργία εμφανίζει ραγδαία ανάπτυξη διεθνώς, η παγκόσμια ζήτηση παρουσιάζει αύξηση περίπου 5% ή σε αξία 5 δισ. δολάρια ετησίως, η Ευρώπη καταναλώνει περί το 54% των παγκόσμιων πωλήσεων και πως στην Ελλάδα, «ακόμη και σε αυτή τη δύσκολη οικονομική περίοδο, η κατανάλωση βιολογικών σημειώνει αύξηση». Σε ποσοστό περίπου 40%-45%, εξάλλου, οι εγχώριες πωλήσεις βιολογικών γίνεται από τα κανάλια του λιανεμπορίου, καθώς «οι πέντε μεγαλύτερες αλυσίδες σούπερ μάρκετ της χώρας, έχουν δημιουργήσει ειδικά τμήματα βιολογικών προϊόντων».
Λίγο νωρίτερα ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Green Bay ΕΠΕ, Ευθύμης Τσιμπίδης υποστήριζε πως «θα έπρεπε να είμαστε ο κήπος της Ευρώπης», λόγω των δυνατοτήτων που κρύβει η ελληνική γη κι από άποψη κλιματικών συνθηκών, όμως την ίδια στιγμή τόνιζε τη θλίψη του, διότι «όταν πηγαίνω στο εξωτερικό δεν βλέπω στα ράφια των εκεί σούπερ μάρκετ τις ελιές καλαμών, τις θρούμπες Θάσου ή πόσα άλλα προϊόντα». Στα προβλήματα που έχουν προκύψει στη βιολογική καλλιέργεια κρόκου (σαφράν) επειδή μεταξύ άλλων η ελληνική πολιτεία πλέον δεν την επιδοτεί, με συνέπεια να μειώνονται οι εκτάσεις που φυτεύονται και μαζί με αυτές και η παραγωγή του προϊόντος, αναφέρθηκε ο πρόεδρος του Αναγκαστικού Συνεταιρισμού Κροκοπαραγωγών Κοζάνης, Νίκος Πατσιούρας. Θετικό μήνυμα για το μέλλον της βιολογικής καλλιέργειας εξέπεμψε τέλος ο ειδικός γραμματέας Διοικητικού Τομέα Κοινοτικών Πόρων και Υποδομών του ΥΠΑΑΤ, Ε. Διβάρης, τονίζοντας πως έχει μεγάλες προοπτικές, τόσο στο επίπεδο της κτηνοτροφίας όσο και της γεωργίας, «με την προϋπόθεση ότι θα προσέξουμε πάρα πολύ το θέμα της ποιότητας, της ασφάλειας και να μην πωλούνται συμβατικά προϊόντα για βιολογικά». Πρόσθεσε ακόμη ότι κάποια στιγμή θα πρέπει οι Έλληνες παραγωγοί να αναδείξουν και brand name προϊόντα που θα είναι αναγνωρίσιμα διεθνώς.
