Όταν ο κ. Μάνος πούλησε την τσιμεντοβιομηχανία «Ηρακλής», ρωτήθηκε από δημοσιογράφους γιατί πωλήθηκε μια υγιής επιχείρηση, κι εκείνος απάντησε: «Ποιος βλάκας θα αγόραζε μια ζημιογόνο επιχείρηση;». Θα μπορούσε να ειπωθεί και το αντίστροφο...
... βέβαια, «ποιος βλάκας πωλεί μια κερδοφόρο επιχείρηση». Ο κ. Μάνος όμως, δεν είναι καθόλου βλάκας. Ήξερε τι έκανε.
Ποιο είναι αυτό που ήξερε; Ότι, όταν το κράτος αποφασίσει να πωλήσει μια επιχείρηση, θα το κάνει για δυο λόγους. Πρώτον διότι θα πρόκειται περί ζημιογόνας. Σ’ αυτήν την περίπτωση, ο αγοραστής θα επιβάλει τους όρους του, το δε κράτος δεν έχει την πολυτέλεια να διαπραγματευθεί ικανοποιητικά και θα αρκεστεί στο κέρδος που θα έχει, να μη συντηρεί από τον κρατικό προϋπολογισμό μια ελλειμματική επιχείρηση (όπως, φερ’ ειπείν, με την «Ολυμπιακή» ή τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά).
Κανείς όμως, δεν μπορεί να αποκλείσει την περίπτωση μιας αδιαφανούς συνεργασίας επίορκων πολιτικών με επιτήδειους μεσάζοντες, όπου σκόπιμα απαξιώνεται μια υγιής επιχείρηση, ώστε οι καραδοκούντες αγοραστές να την αποκτήσουν «για ένα κομμάτι ψωμί». Να υπενθυμίσω, ότι υπάρχουν πολλά ασαφή σημεία σχετικά με την απαξίωση των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά και ότι σκοτώθηκε από τους «τρομοκράτες της 17 Νοέμβρη» ο εφοπλιστής Κωστής Περατικός, ο οποίος είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον αγοράς των Ναυπηγείων με συμφέροντες όρους. Ο περίεργος θάνατός του, άφησε ελεύθερο το πεδίο στους επόμενους αγοραστές (οι οποίοι δεν ενόχλησαν την… 17η Νοέμβρη), ενώ υπάρχουν ακόμη ερωτηματικά για το περιεχόμενο της σύμβασης που υπογράφηκε.
Ο δεύτερος λόγος πώλησης κρατικής επιχείρησης, είναι η ανάγκη αποκόμισης εσόδων. Ξεπουλάμε «τα ασημικά της γιαγιάς», όπως προσφυώς λέγεται, όσο-όσο. Δεν χρειάζεται επ’ αυτού περαιτέρω ανάλυση.
Σήμερα, υπάρχει μια διαφωνία επί «χάρτου» μεταξύ των αρχηγών των δύο κομμάτων εξουσίας, αν η απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης, για είσπραξη 50 δισ. ευρώ, είναι αξιοποίηση της κρατικής περιουσίας ή εκποίηση. Θεωρώ ότι είναι προσχηματική η διαφωνία τους, διότι ούτε χρόνος υπάρχει ούτε ελευθερία, με το υπάρχον παγκόσμιο πολιτικοοικονομικό σύστημα, να αναλάβει το ίδιο το κράτος την αξιοποίηση της περιουσίας του. Από τα πράγματα είναι αναγκασμένο να «ξεπουλήσει».
Για εκποίηση, επομένως πρόκειται. Άλλωστε, υπάρχει αμφιβολία, ότι δεν μας έφεραν οι ισχυροί σ’ αυτήν την οικονομική κατάσταση, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο; Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να γίνουν ιδιοκτήτες μέρους της κρατικής περιουσίας με την καταβολή της μικρότερης δυνατής δαπάνης; Και με ενοχλεί το σαθρό επιχείρημα-πρόσχημα, ότι «εμείς φέραμε το ΔΝΤ, με την αλόγιστη συμπεριφορά μας».
Πράγματι ήταν αλόγιστη η συμπεριφορά μας, αλλά αυτό το γνώριζαν εδώ και δέκα χρόνια τουλάχιστον οι διεθνείς χρηματοπιστωτικοί οίκοι, αλλά όχι μόνο δεν έκαναν καμιά προσπάθεια να μας συνετίσουν, για να μη χάσουν τα χρήματα που μας δάνειζαν, αλλ’ απεναντίας μας δάνειζαν ολονέν και περισσότερα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σκόπιμα μας οδήγησαν εδώ -με τη δική μας φυσικά συνέργια- όπου τώρα έχουν στα χέρια τους τις υποθήκες της κρατικής περιουσίας.
Είναι προφανές ότι το γνωρίζουν αυτό οι πολιτικοί μας. Αν και πόσο και ποιοι συνέβαλαν σκόπιμα σ’ αυτό, θα το μάθουμε πολύ αργά. Όμως, τώρα, για καθαρά επικοινωνιακούς λόγους μιλούν για αξιοποίηση.
Θυμίζουμε ότι τον Ιούλιο του 2010 ο κ. Α. Σαμαράς είχε πει: «Υπολογίζεται ότι ένα σύνολο 50 δισεκατομμυρίων ευρώ μπορεί να βρεθεί τα επόμενα δύο χρόνια από εμπορική αξιοποίηση μικρού μέρους της ακίνητης περιουσίας και την τολμηρή προώθηση ενός ολοκληρωμένου προγράμματος αποκρατικοποιήσεων». Λίγους μήνες μετά, ο κ. Γ. Παπανδρέου, διαβεβαίωνε τους δανειστές μας, από τη Νέα Υόρκη, ότι «η Ελλάδα έχει...κρατική περιουσία ύψους 270 δισεκατομμυρίων ευρώ, που θα αξιοποιηθεί».
Το να βαπτίζουμε την εκποίηση = αξιοποίηση, δεν είναι πρωτοφανές στην ελληνική πολιτική σκηνή. Μας «πήραν μυρωδιά», και ο γερμανικός τύπος κάνει λόγο για επικοινωνιακά παιχνίδια εσωτερικής κατανάλωσης, τη δήθεν δυσφορία των πολιτικών κατά των Τροϊκανών, οι οποίοι για να διευκολύνουν τον κ. Παπακωνσταντίνου, ανέλαβαν αυτοί να βγάλουν το φίδι από την τρύπα, ανακοινώνοντάς μας αποφάσεις, τις οποίες όμως οι πολιτικοί μας έχουν λάβει προ καιρού.
Άλλωστε, το είπε κατά λέξη και ο κ. Γιούνκερ: «Σημειώσαμε την πρόθεση της Ελλάδας (...) και με την πώληση στην επόμενη πενταετία περιουσιακών στοιχείων αξίας περίπου 50 δισ. ευρώ». Για πρόθεση της Ελλάδας μίλησε και για πώληση.
Μακεδών
... βέβαια, «ποιος βλάκας πωλεί μια κερδοφόρο επιχείρηση». Ο κ. Μάνος όμως, δεν είναι καθόλου βλάκας. Ήξερε τι έκανε.
Ποιο είναι αυτό που ήξερε; Ότι, όταν το κράτος αποφασίσει να πωλήσει μια επιχείρηση, θα το κάνει για δυο λόγους. Πρώτον διότι θα πρόκειται περί ζημιογόνας. Σ’ αυτήν την περίπτωση, ο αγοραστής θα επιβάλει τους όρους του, το δε κράτος δεν έχει την πολυτέλεια να διαπραγματευθεί ικανοποιητικά και θα αρκεστεί στο κέρδος που θα έχει, να μη συντηρεί από τον κρατικό προϋπολογισμό μια ελλειμματική επιχείρηση (όπως, φερ’ ειπείν, με την «Ολυμπιακή» ή τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά).
Κανείς όμως, δεν μπορεί να αποκλείσει την περίπτωση μιας αδιαφανούς συνεργασίας επίορκων πολιτικών με επιτήδειους μεσάζοντες, όπου σκόπιμα απαξιώνεται μια υγιής επιχείρηση, ώστε οι καραδοκούντες αγοραστές να την αποκτήσουν «για ένα κομμάτι ψωμί». Να υπενθυμίσω, ότι υπάρχουν πολλά ασαφή σημεία σχετικά με την απαξίωση των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά και ότι σκοτώθηκε από τους «τρομοκράτες της 17 Νοέμβρη» ο εφοπλιστής Κωστής Περατικός, ο οποίος είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον αγοράς των Ναυπηγείων με συμφέροντες όρους. Ο περίεργος θάνατός του, άφησε ελεύθερο το πεδίο στους επόμενους αγοραστές (οι οποίοι δεν ενόχλησαν την… 17η Νοέμβρη), ενώ υπάρχουν ακόμη ερωτηματικά για το περιεχόμενο της σύμβασης που υπογράφηκε.
Ο δεύτερος λόγος πώλησης κρατικής επιχείρησης, είναι η ανάγκη αποκόμισης εσόδων. Ξεπουλάμε «τα ασημικά της γιαγιάς», όπως προσφυώς λέγεται, όσο-όσο. Δεν χρειάζεται επ’ αυτού περαιτέρω ανάλυση.
Σήμερα, υπάρχει μια διαφωνία επί «χάρτου» μεταξύ των αρχηγών των δύο κομμάτων εξουσίας, αν η απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης, για είσπραξη 50 δισ. ευρώ, είναι αξιοποίηση της κρατικής περιουσίας ή εκποίηση. Θεωρώ ότι είναι προσχηματική η διαφωνία τους, διότι ούτε χρόνος υπάρχει ούτε ελευθερία, με το υπάρχον παγκόσμιο πολιτικοοικονομικό σύστημα, να αναλάβει το ίδιο το κράτος την αξιοποίηση της περιουσίας του. Από τα πράγματα είναι αναγκασμένο να «ξεπουλήσει».
Για εκποίηση, επομένως πρόκειται. Άλλωστε, υπάρχει αμφιβολία, ότι δεν μας έφεραν οι ισχυροί σ’ αυτήν την οικονομική κατάσταση, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο; Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να γίνουν ιδιοκτήτες μέρους της κρατικής περιουσίας με την καταβολή της μικρότερης δυνατής δαπάνης; Και με ενοχλεί το σαθρό επιχείρημα-πρόσχημα, ότι «εμείς φέραμε το ΔΝΤ, με την αλόγιστη συμπεριφορά μας».
Πράγματι ήταν αλόγιστη η συμπεριφορά μας, αλλά αυτό το γνώριζαν εδώ και δέκα χρόνια τουλάχιστον οι διεθνείς χρηματοπιστωτικοί οίκοι, αλλά όχι μόνο δεν έκαναν καμιά προσπάθεια να μας συνετίσουν, για να μη χάσουν τα χρήματα που μας δάνειζαν, αλλ’ απεναντίας μας δάνειζαν ολονέν και περισσότερα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σκόπιμα μας οδήγησαν εδώ -με τη δική μας φυσικά συνέργια- όπου τώρα έχουν στα χέρια τους τις υποθήκες της κρατικής περιουσίας.
Είναι προφανές ότι το γνωρίζουν αυτό οι πολιτικοί μας. Αν και πόσο και ποιοι συνέβαλαν σκόπιμα σ’ αυτό, θα το μάθουμε πολύ αργά. Όμως, τώρα, για καθαρά επικοινωνιακούς λόγους μιλούν για αξιοποίηση.
Θυμίζουμε ότι τον Ιούλιο του 2010 ο κ. Α. Σαμαράς είχε πει: «Υπολογίζεται ότι ένα σύνολο 50 δισεκατομμυρίων ευρώ μπορεί να βρεθεί τα επόμενα δύο χρόνια από εμπορική αξιοποίηση μικρού μέρους της ακίνητης περιουσίας και την τολμηρή προώθηση ενός ολοκληρωμένου προγράμματος αποκρατικοποιήσεων». Λίγους μήνες μετά, ο κ. Γ. Παπανδρέου, διαβεβαίωνε τους δανειστές μας, από τη Νέα Υόρκη, ότι «η Ελλάδα έχει...κρατική περιουσία ύψους 270 δισεκατομμυρίων ευρώ, που θα αξιοποιηθεί».
Το να βαπτίζουμε την εκποίηση = αξιοποίηση, δεν είναι πρωτοφανές στην ελληνική πολιτική σκηνή. Μας «πήραν μυρωδιά», και ο γερμανικός τύπος κάνει λόγο για επικοινωνιακά παιχνίδια εσωτερικής κατανάλωσης, τη δήθεν δυσφορία των πολιτικών κατά των Τροϊκανών, οι οποίοι για να διευκολύνουν τον κ. Παπακωνσταντίνου, ανέλαβαν αυτοί να βγάλουν το φίδι από την τρύπα, ανακοινώνοντάς μας αποφάσεις, τις οποίες όμως οι πολιτικοί μας έχουν λάβει προ καιρού.
Άλλωστε, το είπε κατά λέξη και ο κ. Γιούνκερ: «Σημειώσαμε την πρόθεση της Ελλάδας (...) και με την πώληση στην επόμενη πενταετία περιουσιακών στοιχείων αξίας περίπου 50 δισ. ευρώ». Για πρόθεση της Ελλάδας μίλησε και για πώληση.
Μακεδών
