Aπό τη voria.gr
Του Νικόλαου Ταχιάου, πρώην Δημοτικού Συμβούλου Θεσσαλονίκης
Η διαμάχη που προηγήθηκε των αποκαλυπτηρίων του αγάλματος του Καραμανλή, στη Θεσσαλονίκη, ούτε κομψή ήταν ούτε περιποιούσε τιμή στους εκατέρωθεν πρωταγωνιστές της. Κυρίως, ήταν προσβλητική για το πρόσωπο του τιμωμένου. Οπουδήποτε στον πολιτισμένο κόσμο, τα θέματα αυτά λύνονται με συνεννόηση και συμβιβασμό.
Η εικόνα της τελετής, όμως, μου έμοιασε τρισχειρότερη. Είμαι βέβαιος ότι ανάμεσα στους συγκεντρωμένους υπήρξαν πραγματικοί φίλοι του Καραμανλή και άνθρωποι που τον ακολούθησαν...
πιστά και με ανιδιοτέλεια ή άλλοι που ομνύουν ειλικρινά στην εικόνα ή την πολιτική διαθήκη του και γνωρίζω πολλούς τέτοιους. Σέβομαι και το δικαίωμα της οικογένειας να μοιραστεί τη χαρά της διάκρισης με όσους αυτή θεωρεί οικείους. Αυτά είναι φυσικά και ανθρώπινα. Εκείνο που βρίσκω απαράδεκτο είναι η προσπάθεια συντήρησης ενός «καραμανλισμού» στα μέτρα των επιγόνων.
Από τη μία πλευρά, είδαμε, να αποθεώνεται ο συνώνυμός του πρώην πρωθυπουργός, που δραπέτευσε από τις ευθύνες του, άλαλος, αφήνοντας την Ελλάδα, διεθνώς καθημαγμένη, στην ίδια και μάλλον χειρότερη κατάσταση από εκείνη που εκλήθη να υπερβεί ο θείος του. Βρίσκω το γεγονός ως μικρόνοα και περιττή επίδειξη ισχύος.
Και από την άλλη, είδαμε, να υπερβάλλει σε λόγους τιμής ο διάδοχος του στην προεδρία του κόμματος που ίδρυσε ο Καραμανλής, γέννημα της ίδιας παράταξης, που στη δεκαετία του ’90 δεν εφείσθη μειωτικών υποδείξεων και επικριτικών λόγων προς τον Μακεδόνα τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ώστε να οδηγηθεί από αυτόν στην έξοδο από την κυβέρνηση. Μου θυμίζει την πρακτική των δηλωσιών που υπαγορεύεται από τον φόβο της ράβδου και η οποία συνήθως δικαιολογείται από την ανάγκη που υπερισχύει της αξιοπρέπειας.
Το ερώτημα είναι απολύτως εύλογο, για οποιονδήποτε Έλληνα σέβεται τον μεγάλο πολιτικό, όσο κι εάν το αποσιωπούν διάφορες φαιές εξοχότητες που επιμένουν να κινούνται ως αυθεντικοί ερμηνευτές του: Πόσο μπορούν να εκφράσουν τις παρακαταθήκες του Καραμανλή δύο επίγονοι που αποφάσισαν να χτίσουν τις προσχεδιασμένες καριέρες τους ο ένας βασισμένος στον λαϊκισμό κι ο άλλος στον υπερπατριωτισμό; Προσωπικά, θεωρώ εντελώς εύλογη την αρνητική απάντηση, δυστυχώς, όμως, κανείς δεν θα έχει την ευκαιρία να ακούσει την πιο έγκυρη εκδοχή της. Ίσως, στην επόμενη ζωή…
Ευτυχώς, ξεμπερδέψαμε! Προτιμώ τον Καραμανλή, μόνο, παγερό και κυριολεκτικά ολύμπιο, χωρίς αυτόν τον λούμπεν καραμανλισμό που ήλθε με ή χωρίς τσάρτερ και ευτυχώς απήλθε. Και την άλλη φορά, που ο τρίχρονος γιος μου θα με ρωτήσει, την ώρα που θα κάνουμε τον περίπατό μας στην παραλία «ποιος είναι αυτός, μπαμπά, καλός ή κακός», ξέρω τι θα του απαντήσω: «Μεγάλος, αγόρι μου, μεγάλος»!
