Σκοπός της μελέτης
Η προτεινόμενη λύση διαμόρφωσης-διευθέτησης της πλατείας Διοικητηρίου της Θεσσαλονίκης σε τρία επίπεδα (αρχαιότητες - χώρος στάθμευσης - πλατεία) εξυπηρετεί τρεις στόχους (δείτε τις μακέτες των μελετών)...
... * Προστατεύει και αναδεικνύει τα σημαντικά για την ιστορία της πόλης αρχαιολογικά ευρήματα της πλατείας Διοικητηρίου, εξασφαλίζοντας παράλληλα την επισκεψιμότητα του αρχαιολογικού χώρου, δημιουργώντας έτσι, 200 μόλις μέτρα ΒΔ της Αρχαίας Αγοράς και σε μικρή απόσταση δυτικά της βασιλικής του πολιούχου της Θεσσαλονίκης Αγίου Δημητρίου, έναν ιδιαίτερα σημαντικό αρχαιολογικό πνεύμονα με αυθεντικά διαχρονικά στοιχεία του ιστορικού αστικού ιστού της Θεσσαλονίκης.
* Μετριάζει το οξύτατο πρόβλημα στάθμευσης μιας ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένης και φορτισμένης κυκλοφοριακά περιοχής του ιστορικού κέντρου της πόλης.
* Επιστρέφει στους Θεσσαλονικείς ένα χώρο αναψυχής, στενά συνδεδεμένο με την ιστορία της πόλης. Η έντονη παρουσία της κατοικίας στην περιοχή, ταυτόχρονα με τη ζωντάνια που προσδίδουν το εμπόριο στα ισόγεια των πολυκατοικιών, η διοικητική λειτουργία και η παρουσία ξένων επισκεπτών που καταλύουν στα ξενοδοχεία στις παρειές της πλατείας, αυξάνουν τις απαιτήσεις για ελεύθερο δημόσιο χώρο που, λόγω των αρχαιολογικών δεδομένων, έχει εδώ και χρόνια μειωθεί σημαντικά.
Η περιοχή της μελέτης
Η πλατεία Διοικητηρίου βρίσκεται στο ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης και είναι μία από τις 11 πλατείες που σχεδιάστηκαν μετά το 1917, με συγκεκριμένο οργανωτικό ρόλο στο δίκτυο των πολεοδομικών χαράξεων της πόλης. Βρίσκεται μπροστά στο εκλεκτικιστικό κτίριο του Διοικητηρίου και συνιστά σημείο από το οποίο ξεκινούν ακτινωτά 10 δρόμοι. Η διαμόρφωση της πλατείας, με τη μορφή που είχε ως την έναρξη του ανασκαφικού έργου, ανάγεται στη δεύτερη μεσοπολεμική δεκαετία. Απετέλεσε την μοναδική αρχιτεκτονική πλατεία της Θεσσαλονίκης σε επίπεδο αρχιτεκτονικού σχεδιασμού και με τη μνημειακή μορφή της εισήγαγε στην πόλη την ιταλική εκδοχή του Art Deco. την ιστορική διαδρομή της πλατείας έτος-σταθμό αποτελεί το 1990, οπότε η αρχαιολογική σκαπάνη, με αφορμή την επιλογή της πλατείας από το Δήμο της Θεσσαλονίκης για την κατασκευή ενός υπόγειου σταθμού αυτοκινήτων, έφερε στο φως έναν ιδιαίτερα σημαντικό αρχαιολογικό χώρο.
Το 2004, η 9η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων προχώρησε στη διαμόρφωση της πλατείας Διοικητηρίου εφαρμόζοντας μια μελέτη με προσωρινό χαρακτήρα και στόχο την οριοθέτηση, προστασία και επισκεψιμότητα του αρχαιολογικού χώρου, καθώς και την κατασκευή των πεζοδρομίων, προκειμένου να εξασφαλισθεί η άνετη και ασφαλής κυκλοφορία πεζών και οχημάτων στην περιοχή.
Το 2005, το Υπουργείο Πολιτισμού ενέκρινε τις προδιαγραφές εκπόνησης μελέτης, για τη στέγαση των αρχαιοτήτων, την κατασκευή υπόγειου χώρου στάθμευσης και τη διαμόρφωση της πλατείας Διοικητηρίου, μετά από κατά πλειοψηφία σχετική γνωμοδότηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου. Ο Δήμος Θεσσαλονίκης ανέλαβε να υλοποιήσει το διαγωνισμό μελετών με χρηματοδότηση από το ΥΠΠΟ. Οι τρεις προκαταρκτικές μελέτες εκτέθηκαν στον εκθεσιακό χώρο του Κέντρου Αρχιτεκτονικής του Δήμου Θεσσαλονίκης, και αξιολογήθηκαν ως εξής (τα κείμενα συνόδευαν τις μελέτες):
Πρώτο Βραβείο. Η πρόταση προσδιορίζει χρονικά το έργο με τη χρήση σύγχρονου αρχιτεκτονικού λεξιλογίου. Η αναφορά στην ιστορικότητα της περιοχής και της πόλης επιδιώκεται με τη χρήση σύγχρονου αρχιτεκτονικού λεξιλογίου. Η αναφορά στην ιστορικότητα της περιοχής και της πόλης επιδιώκεται με τη χρήση ενός κατασκευαστικού/διακοσμητικού πλέγματος που παραπέμπει σε βυζαντινό διακοσμητικό μοτίβο και αναδεικνύεται σε κεντρικό συνθετικό στοιχείο της πρότασης. Ως ένας συνεχής ‘αστικός τάπητας’ διαμορφώνει το επίπεδο της πλατείας, ενσωματώνει τις φυτεύσεις και, ‘αναρτώμενος’ προς την οδό Ολύμπου ως διάτρητο πέτασμα, ενοποιεί μορφολογικά και λειτουργικά της επάλληλες χρήσεις, ορίζοντας έναν πολυεπίπεδο δημόσιο ημιυπαίθριο χώρο, που ανακαλεί την αστική τυπολογία της στοάς και σηματοδοτεί δυναμικά την είσοδο στον αρχαιολογικό χώρο.
Επιβάλλει το βιοκλιματικό σχεδιασμό ως βασική συνιστώσα, στο συνολικό χώρο των τριών επιπέδων, αντιμετωπίζοντας με τον ίδιο τρόπο και το περιβάλλον της ευρύτερης περιοχής, στην οποία προκαλεί επιβάρυνση ο χώρος στάθμευσης, ένας ‘πράσινος πνεύμονας’ σε μια πυκνοδομημένη περιοχή.
Η κεντρική ιδέα: Με ανάκληση των βασικών μορφολογικών και δομικών χαρακτηριστικών της παλιάς πλατείας, η σύγχρονη πλατεία μετεξελίσσεται σε ένα ευλύγιστο λεπτό πλέγμα με μαρμάρινες και πράσινες οριζόντιες επιφάνειες και κατακόρυφους ‘πράσινους και υδάτινους καταρράκτες’.
Έτσι, ο χώρος στάθμευσης μετατοπίζεται κάτω από την υφιστάμενη προεντεταμένη πλάκα της οδού Αγ. Δημητρίου, όπου δημιουργείται χώρος στάθμευσης σε πέντε επίπεδα με μηχανικά μέσα, χωρητικότητας 400 οχημάτων. Ο υπόγειος χώρος παίζει ρόλο λειτουργικής άρθρωσης μεταξύ πλατείας και αρχαιολογικών ευρημάτων, συνδέει δε το Διοικητήριο και την πλατεία. Από την οδό Ολύμπου υπάρχει πλήρης οπτική επαφή προς τον αρχαιολογικό χώρο, ο οποίος έχει πλέον φυσικό φωτισμό. Η επίσκεψη στο χώρο γίνεται από την οδό Ολύμπου μέσω ελεγχόμενου εκθεσιακού περιβάλλοντος και κατόπιν μέσω αναρτημένων διαδρομών. Η πλατεία αναπτύσσεται σε δύο επίπεδα και προσαρμόζεται στις ανάγκες της περιοχής για χρηστικό δημόσιο χώρο.
* Πήραμε τα στοιχεία από το ‘Τεχνογράφημα’, του ΤΕΕ, Τμήματος Κεν. Μακεδονίας.
«Σάρισσα»



